Ποια χώρα παράγει, καταναλώνει και εξάγει τις περισσότερες πιπεριές τσίλι παγκοσμίως;

Δευτέρα σήμερα και αυτό τι σημαίνει…; Πρώτον ότι ξεκινά μια νέα εβδομάδα, η οποία ελπίζουμε να είναι καλή για όλους, και δεύτερον ότι είναι η ημέρα του Food Fun Fact! Σήμερα θα ασχοληθούμε με την Ινδία και την σχέση της με τις πιπεριές τσίλι!

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Οι πιπεριές τσίλι (chili pepper επίσης, chile pepper ή chilli pepper), είναι τα μέλη της κατηγορίας φυτών του γένους Καψικόν (Capsicum). Η ονομασία χρησιμοποιείται τόσο για την κατηγορία, όσο και για τους καρπούς της. Προέρχεται από την λέξη chīlli [ˈt͡ʃiːli]) της γλώσσας Νάουατλ. Στη Βρετανία, Αυστραλία, Ιρλανδία, Νέα Ζηλανδία, Νότια Αφρική, Πακιστάν, Ινδία και άλλες Ασιατικές χώρες, είναι συνήθως, γνωστές απλά ως τσίλι (chili). Ανήκουν στο γένος Καψικόν (Capsicum), μέλος της οικογένεια των Στρυχνοειδών (Solanaceae).
Την ονομασία και την παρουσία τους στην Ευρώπη την οφείλουμε στον Χριστόφορο Κολόμβο, ο οποίος ήταν ένας από τους πρώτους Ευρωπαίους ο οποίος τις συνάντησε (στην Καραϊβική) και τις ονόμασε “πιπεριές”. Ανήκει στο γένος Πέπερι και όπως το μαύρο και λευκό πιπέρι έτσι κι αυτές, έχουν μια πικάντικη καυτερή γεύση σε αντίθεση με άλλα είδη διατροφής. Ο γιατρός του Κολόμβου Diego Álvarez Chanca, ήταν αυτός που κατά το δεύτερο ταξίδι του το 1493, στις Δυτικές Ινδίες, έφερε στην Ισπανία, τις πρώτες πιπεριές τσίλι και ο πρώτος που έγραψε το 1494, για τα φαρμακευτικά τους αποτελέσματα.
Προς τα τέλη του 15ου αιώνα, εισήχθη από τους Πορτογάλους, στην Ινδία. Σήμερα, τα τσίλι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των κουζινών της Νότιας Ασίας και της Νοτιοανατολικής Ασίας. Η πιπεριά τσίλι κατέχει δεσπόζουσα θέση στην κουζίνα της περιοχής Γκόα της Ινδίας, η οποία ήταν περιοχή μιας Πορτογαλικής αποικίας. Οι πιπεριές τσίλι ταξίδεψαν από την Ινδία δια μέσου της Κεντρικής Ασίας και Τουρκίας, στην Ουγγαρία, όπου έγινε το εθνικό μπαχαρικό με τη μορφή της πάπρικας.
Και κάπως έτσι η Ινδία αγάπησε το τσίλι μια για πάντα! Οι χώρες που παράγουν τη μεγαλύτερη ποσότητα παγκοσμίως σε πιπεριές τσίλι είναι οι ασιατικές, ωστόσο η Ινδία είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής τους. Αναμφισβήτητα, η κατανάλωσή τους επηρέασε τη γευστική ταυτότητα της ινδικής κουζίνας. Και όχι μόνο αυτό η Ινδία είναι παγκοσμίως, ο μεγαλύτερος παραγωγός και εξαγωγέας των πιπεριών τσίλι. Η Guntur, στην Ομόσπονδη Πολιτεία Άντρα Πραντές της Νότιας Ινδίας, παράγει το 30% όλων των τσίλι που παράγονται στην Ινδία. Η Άντρα Πραντές ως σύνολο, συνεισφέρει στο 75% των εξαγωγών των πιπεριών τσίλι στην Ινδία.
Οι ουσίες στις πιπεριές τσίλι που προκαλούν την αίσθηση καψίματος, είναι η καψαϊκίνη (8-methyl-N-vanillyl-6-nonenamide) και διάφορα συναφή χημικά, καλούμενα συλλογικά καψαϊκινοειδή (capsaicinoids). Η καψαϊκίνη είναι επίσης το κύριο συστατικό στο σπρέι πιπεριού. Επίσης περιέχουν μεγάλες ποσότητες βιταμίνης C και B και έχουν μεγάλες περιεκτικότητες σε κάλιο, μαγνήσιο και σίδηρο.
Στην κουζίνα μπορείτε να τις χρησιμοποιήσετε ολόκληρες για να δώσετε ένταση σε μαγειρευτά φαγητά ή να αρωματίσετε διάφορα έλαια. Όσο περισσότερο χρόνο τις αφήνετε στην κατσαρόλα τόσο πιο ”καυτό” θα είναι και το αποτέλεσμα! Μεταξύ άλλων, οι πιπερίτσες τσίλι Ινδιών ταιριάζουν με όλα τα μείγματα της ινδικής και μεξικάνικης κουζίνας, το κύμινο, το κόλιανδρο, το σκόρδο και τη δάφνη.
Και για το τέλος… ήξερες ότι η πιο καυτερή πιπεριά που έχει καταγραφεί στο βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες είναι η Μπουτ Τζολόκια; Καλλιεργείται στην Ινδία, Assam.

 

Πηγή:  https://el.wikipedia.org/wiki  –   https://www.1001nuts.gr/product/piperitses-tsili-indion/